Δήμος Ωραιοκάστρου

Το όνομα Ωραιόκαστρο σύμφωνα με μιά εκδοχή προέκυψε μετά από πρόταση ποντίων προσφύγων εις ανάμνηση ιστορικού κάστρου που βρίσκεται στο Χατς της Άρδασσας του Πόντου.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΚΑΣΤΡΟΥ

Η πορεία εξέλιξης του Δήμου Ωραιοκάστρου δε θα παρουσίαζε ιδιαίτερη έκπληξη εάν δεν γνωρίζαμε ότι η σημερινή του εικόνα είναι το αποτέλεσμα μόχθου και αγώνα που άρχισε το 1922, σε μια περιοχή άγρια, γεμάτη πουρνάρια σε μέγεθος δένδρου και λιμνάζοντα νερά, τμήμα μεγαλύτερου τσιφλικιού, το οποίο νοίκιαζαν για βοσκότοπο οι Βλάχοι.
Σ' αυτήν την έκταση, μεταξύ του σημερινού Παλαιοκάστρου, Δαούτ-Μπαλή, όπως ονομαζόταν στο παρελθόν και τις άκρες της Ασπροβρύσης, Ακ Μπουρνάρ, στο βόρειο οικιστικό άκρο του σημερινού Δήμου, αποφασίστηκε η ίδρυση του συνοικισμού των Ποντίων προσφύγων,που προέρχονταν από τα χωριά της επαρχίας Αργυρούπολης, Μούζαινα Τσιμερά, Χατς, Άγιος Φωκάς, Κρώμνη, Σούρμενα, Σίστε, Λωρία και από τα χωριά της Ματσούκας.
Η διαδικασία της εγκατάστασης άρχισε το 1922 και ολοκληρώθηκε το 1930, με την προσέλευση και άλλων Ποντίων προσφύγων από το Σταυρίν και την περιοχή του Καυκάσου. Συνολικά 183 οικογένειες απoτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι κρύβοντας βαθιά μέσα τους την πίκρα και τη νοσταλγία για τις "χαμένες πατρίδες", άρχισαν τον αγώνα επιβίωσης και ενσωμάτωσης στον Εθνικό κορμό της νέας τους πατρίδας. Μαζί φέρανε και τα ήθη, τα έθιμα, τα σύμβολο της τοπικής συλλογικής ταυτότητας. Το χώρο που εγκαταστάθηκαν, τοποθεσία Κρυονέρι, τον ονόμασαν Ωραιόκαστρο, από το Ωραίο Κάστρο που υπήρχε στον Πόντο, ανάμεσα στα χωριά Χατς και Άγιος Φωκάς, αφού η προέλευση των προσφύγων από διαφορετικά χωριά δεν διευκόλυνε τη μεταφορά του ονόματος, ενός από αυτά στον καινούργιο τόπο εγκατάστασης.
Μέσα στη φτώχεια και τη στέρηση, οι πρόσφυγες αρχίζουν να οργανώνουν το χώρο τους, ξεχερσώνουν τα χωράφια, κτίζουν πλίνθινα σπίτια, ασχολούνται με. τη γεωργία, την κτηνοτροφία, χωρίς να είναι γεωργοί ή κτηνοτρόφοι, κουβαλούν τα πουρνάρια στη θεσσαλονίκη για να τα πουλήσουν ως καυσόξυλα, κάνουν διάφορες δουλειές του ποδαριού. Δημιουργούν την επιτροπή αποκατάστασης προσφύγων για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους, ιδρύουν το 1928, το "Μορφωτικό Όμιλο Ωραιοκάστρου", με πρωτεργάτη τον Αριστείδη Ιωαννίδη, από τη Μούζαινα. Η θεατρική ομάδα του. συλλόγου, δίνει παραστάσεις για τη ψυχαγωγία και τη μόρφωση των κατοίκων και τα έσοδα καλύπτουν τις λειτουργικές δαπάνες του σχολείου, το οποίο ιδρύθηκε το 1932. Το 1926, το Ωραιόκαστρο, αναγνωρίζεται επίσημα ως κοινότητα του Ελληνικού κράτους και αποκτά τον πρώτο πρόεδρο της, το θεμ. Τσακαλίδη, ο οποίος παρέμεινε στο αξίωμα αυτό έως το 1960.
Στη νέα κοινότητα εντάσσεται και ο οικισμός του Παλαιοκάστρου, ο οποίος, έως τότε, υπαγόταν στην κοινότητα Νεοχωρούδας. Ο οικισμός είχε ιδρυθεί το 1817 και κατοικείτο από γηγενείς και μερικούς Βλάχους. Στο Παλαιόκαστρο λειτουργούσε, προ του 1900, μονοτάξιο σχολείο στο νάρθηκα της εκκλησίας, έως το 1904 και στη συνέχεια στεγάστηκε σε οίκημα - δωρεά του Δημ. Στογιάννη.
Το 1932, γίνεται η αναδιανομή γαιών, με την οποία αποκαθίστανται οι πρόσφυγες και οι γηγενείς ακτήμονες του Παλαιοκάστρου και το 1939 η διανομή των οικοπέδων. Η ζωή των προσφύγων αλλάζει, όπως αρχίζει να αλλάζει και ο τόπος. Τα πλίνθινα σπίτια αντικαθίστανται με πέτρινα και τα πέτρινα με σύγχρονα και οι χρονολογίες γίνονται σταθμοί στη ζωή τους 1932 - 1967 - 1978, η ποντιακή λύρα, στα γλέντια τους ηχεί πιο έντονα και οι ποντιακοί χοροί έχουν περισσότερη ορμή. Σχολεία, δενδροφυτεύσεις, ασφαλτοστρώσεις, έργα ύδρευσης, αποχέτευσης, φωτισμού. Ένα - ένα και όλα μαζί αλλάζουν το τοπίο και μεταμορφώνουν τον πουρναρότοπο σ' ένα σύγχρονο, καταπράσινο προάστιο.
Το 1965, κτίζεται το πρώτο σπίτι στη Γαλήνη. Ο οικισμός δημιουργήθηκε από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Υπαλλήλων Καπνεμπορικών Επιχειρήσεων θεσσαλονίκης, ο οποίος συστάθηκε το 1955, με σκοπό την εξασφάλιση στέγης στα μέλη του. Από τότε, μέσα στον κήπο της Γαλήνης, γιατί αυτήν την εικόνα παρουσιάζει ο οικισμός, οικοδομήθηκαν βίλες, σχολεία, εκκλησίες, ένας κόσμος ολόκληρος.
Το 1981 ενώνεται με το συνοικισμό Ωραιοκάστρου και ο μικρός οικισμός Ασπροβρύσης, με 178 άτομα και σύγχρονες περιποιημένες κατοικίες, ο οποίος μέχρι τότε υπάγονταν στην κοινότητα Μελισσοχωρίου. Η Ασπροβρύση, Ακ Μπουρνάρ επί τουρκοκρατίας, αποτελούσε τσιφλίκι του Τσιαμίλ - Μπέη, και η έκταση του έφθανε έως το Παλαιόκαστρο. Η περιοχή διέθετε καλλιεργήσιμη γη, την οποίαν καλλιεργούσαν κολίγοι έλληνες και εποχικοί εργάτες από το Παλαιόκαστρο και βοσκότοπους, τους οποίους νοίκιαζε ο τσιφλικάς σε κτηνοτρόφους.
Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ο Τσιαμίλ — Μπέης καταφεύγει στη θεσσαλονίκη, από όπου διαχειρίζεται το τσιφλίκι του. Νοικιάζει τα βοσκοτόπια σε τρεις οικογένειες κτηνοτρόφων από τα Μεγάλα Λιβάδια του όρους Πάικου, οι οποίοι και παρέμειναν μετά την αποχώρηση των Τούρκων και αποτέλεσαν τον πυρήνα του οικισμού.
Στο σύνολο του, σήμερα, ο Δήμος Ωραιοκάστρου αποτελεί μια αστική περιοχή, η οποία καλύπτει όλες τις σύγχρονες απαιτήσεις διαβίωσης σ' ένα περιβάλλον που σέβεται τη φύση και τον άνθρωπο.